γλωττικός

γλωττ-ικός, ή, όν,
A of the tongue, τὸ γ. (sc. ὄργανον) Arist.PA683a21.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλωττικός — ή, όν (Α) βλ. γλωσσικός …   Dictionary of Greek

  • γλωττικόν — γλωττικός of the tongue masc acc sg γλωττικός of the tongue neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσικός — ή, ό (Α γλωττικός, ή, όν) ο σχετικός με τη γλώσσα (το όργανο τού στόματος) νεοελλ. ο σχετικός με τη γλώσσα, ως μέσο συνεννοήσεως …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.